Πώς μιλάμε στα παιδιά για την συναναστροφή τους με αγνώστους

Μέσα από τα αθώα μάτια ενός παιδιού, ο κόσμος φαντάζει, τις πλείστες φορές, αγγελικά πλασμένος, πράγμα που όμως εμείς οι ενήλικες γνωρίζουμε καλά, δεν ισχύει.

Πώς όμως μιλάμε στο παιδί σχετικά με τους κινδύνους που παραμονεύουν, χωρίς να «λερώσουμε» τους αθώους του φακούς με καχυποψία και φόβο;

Καταρχάς, στα πολύ μικρά παιδιά ηλικιών 2-4 ετών, η έννοια της λέξης «άγνωστος» είναι δυσνόητη και δεν μπορεί να αφομοιωθεί. Έτσι κι’ αλλιώς τα μικρά αυτά παιδιά εξ’ ορισμού, δεν θα πρέπει να αφήνονται ανεξέλεγκτα. Ακόμα και σε ένα πάρκο ή παιδότοπο, τα μάτια μας θα πρέπει να είναι συνεχώς στραμμένα σε αυτά. Καλό θα ήταν να συναναστρεφόμαστε στους χώρους αυτούς και με άλλους γονείς, ώστε σε περίπτωση που η προσοχή μας διασπαστεί, να υπάρχει ένας δεύτερος έμπιστος ενήλικας σε εγρήγορση.

Από το 5ο έτος και μετέπειτα, μπορούμε σιγά σιγά να εισαγάγουμε την έννοια του «αγνώστου». Εδώ θα μπορούσαμε να πούμε στο παιδί, αποφεύγοντας να έχουμε πολύ αυστηρό ύφος ώστε να το φοβίσουμε, ότι δεν είναι όλοι οι μεγάλοι το ίδιο με την μητέρα και τον πατέρα και ενώ οι πλείστοι ενήλικες είναι «καλοί», σύμφωνα με την γλώσσα του παιδιού, υπάρχουν και κάποιοι που δεν έχουν τις καλύτερες προθέσεις. Καλό να ειπωθεί ότι η συμπεριφορά αυτής της μειονότητας δεν έχει να κάνει με το ίδιο το παιδί, αλλά με την γενικότερη συμπεριφορά των ανθρώπων αυτών. Επίσης ότι αυτούς δεν μπορούμε να τους ξεχωρίσουμε από εξωτερικά χαρακτηριστικά όπως παρουσιαστικό, ηλικία και φύλο και μπορούν κάλλιστα να μοιάζουν μαζί μας.

Για τους λόγους αυτούς, θα πρέπει να λέμε πάντα «όχι» σε ένα άγνωστο που μπορεί να μας προσεγγίσει προσφέροντας μας ένα παιγνίδι ή ένα γλυκό, ζητώντας μας βοήθεια ώστε να εντοπίσουμε για παράδειγμα «το χαμένο του σκυλάκι», ή αν μας ζητήσουν να μπούμε στο αυτοκίνητο τους για οποιονδήποτε λόγο.

Ακόμα, σε περίπτωση που χάσουμε από το βλέμμα μας τους γονείς σε ένα πολυσύχναστο χώρο, ζητάμε βοήθεια μόνο από άτομα με «στολή», όπως φρουρούς, υπάλληλους καταστημάτων, αστυνομικούς ή πάμε στο κοντινότερο ταμείο μέχρι να έρθουν οι γονείς να μας πάρουν. Σε περίπτωση που δεν εντοπίζουμε άτομο με στολή, προσπαθούμε να βρούμε μια άλλη μητέρα με παιδιά ώστε να ζητήσουμε βοήθεια από αυτήν.

Προσέχουμε ιδιαίτερα να μην τρομάξουμε τα παιδιά με φράσεις όπως «αν μιλήσεις με αγνώστους μπορεί να μην σε ξαναδώ», ή «θα σου κάνει κακό».
Τους ενθαρρύνουμε μεν, να είναι ευγενικοί και φιλικοί, όμως με όρια τα οποία θα πρέπει να αποσαφηνίζονται ξεκάθαρα.

Σε ηλικίες 6 ετών και πάνω, μαθαίνουμε στα παιδιά τα τηλέφωνα μας και την διεύθυνση του σπιτιού μας και επιβεβαιώνουμε ότι τα έχουν αποστηθίσει, ίσως υπό την μορφή ενός στίχου, ώστε να τα θυμούνται καλύτερα. Ακόμα τους δείχνουμε ποια μέρη θεωρούνται ασφαλή σε περίπτωση που για κάποιο λόγω απομακρυνθούν, όπως σχολεία ή σπίτια έμπιστων γειτόνων.

Διαχωρίζουμε ξεκάθαρα και ονομαστικά τα άτομα που θεωρούνται γνώριμα, όπως μητέρα, πατέρας, παππούς, γιαγιά, η μητέρα του φίλου, η δασκάλα κλπ, σε αντίθεση με τα «άγνωστα», όπως ένας οδηγός, ο ταχυδρόμος και γενικά άτομα που δεν έχουμε ξαναδεί ή που δεν βλέπουμε συχνά.

Τα πιο πάνω μπορεί καλύτερα να επιτευχθούν και υπό την μορφή παιγνιδιού ώστε να αποκτήσει η προσπάθεια αυτή των γονέων μια πιο χαλαρή χροιά και το παιδί να τα απομνημονεύσει καλύτερα. Για παράδειγμα μπορούμε να προβούμε στην υπόδηση ρόλων, όπου ο γονέας υποδύεται κάποιον άγνωστο που προσεγγίζει το παιδί και ανάλογα με την αντίδραση του παιδιού, συνεχίζουμε το «παιγνίδι» μέχρι τα όρια να γίνουν κατανοητά στο παιδί, με ξεκάθαρο τρόπο.

Ας μην ξεχνάμε και την σημαντικότητα της διαδικτυακής επίβλεψης και της διαπαιδαγώγησης των παιδιών αλλά στην περίπτωση αυτή και των εφήβων. Θα πρέπει να τους λέμε να μην δίνουν τα προσωπικά τους δεδομένα στο διαδίκτυο και να αποφεύγουν να μιλούν με αγνώστους και το σημαντικότερο να μην καταφύγουν ποτέ σε συνάντηση με άτομο που γνώρισαν διαδικτυακά. Σε εφήβους μπορούμε να δώσουμε και παραδείγματα από αληθινά περιστατικά, προς αποφυγήν.

Όσο και αν ζούμε σε μια κοινωνία που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε κάποιες φορές, έως και «ζούγκλα», καλό είναι να κρατάμε και εμείς ως ενήλικες το άγχος μας υπό έλεγχο ώστε να μην το προβάλλουμε με εμμονικούς τρόπους στο παιδί. Όσα άσχημα και αν συμβαίνουν γύρω μας, καλό είναι να παραμένουμε όσο το δυνατό πιο ψύχραιμοι και να στοχεύουμε στη σωστή διαπαιδαγώγηση και όχι στον εκφοβισμό του παιδιού, ή οποία θα πρέπει να πραγματοποιείται, κατά την γνώμη μου, εκτός από το σπίτι και από το σχολείο ως μέρος της σχολικής ύλης. Άλλοι φορείς που θα μπορούσαν να παρέχουν τόσο ένα ψυχοεκπαιδευτικό ρόλο όσο και ρόλο θεραπευτικό σε περίπτωση που το παιδί υπάρξει όντως θύμα ενός αγνώστου, είναι πάντοτε οι ειδικοί ψυχικής υγείας.

Το παιδί ορίζεται ως «παιδί» λόγω της αφελούς του αθωότητας. Δεν θα θέλαμε να μεγαλώσει σκληρά και απότομα, αλλά με σύνεση να γνωρίζει ότι σε αυτόν τον κόσμο δεν είναι όλα, δυστυχώς, αγγελικά πλασμένα.