Πώς να «ταράζεις τα νερά» με τον σωστό τρόπο

Ίσως ο τίτλος να παραπέμπει σε σχήμα οξύμωρο, όπως το να «ταράζουμε» που και που τα νερά είναι σημαντικό και ωφέλιμο, όπως επίσης και το να το κάνουμε με το σωστό τρόπο.

Ένα μεγάλο ποσοστό ανθρώπων αντιμετωπίζει διαπροσωπικές δυσκολίες λόγω της έλλειψης γνώσεων γύρω από την κοινωνική δεξιότητα της διεκδικητικής στάσης. Έτσι αντιμετωπίζει δυσκολίες ως προς την υποστήριξη των δικαιωμάτων του και του εαυτού του γενικότερα, αμφιταλαντευόμενος σε ένα σχοινί μεταξύ παθητικότητας και επιθετικότητας, χαρακτηριστικά που επηρεάζουν αρνητικά την ποιότητα ζωής του ανθρώπου.

Η διεκδικητικότητα μπορεί να οριστεί ως η απευθείας και ειλικρινής έκφραση συναισθημάτων, σκέψεων, γνώμης και πιστεύω, σε μια κοινωνία όπου συχνά η σιωπή και η ομοιομορφία επικροτούνται και προτιμούνται από το να έχει κανείς φωνή. Ανάλογα και με το κοινωνικό περιβάλλον στο οποίο ζει κανείς, με τα βιώματα και με τον τρόπο που μεγάλωσε αλλά και λόγω ιδιοσυγκρασίας και ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της προσωπικότητας, είναι κανείς λιγότερο ή περισσότερο διεκδικητικός.

Αν φανταστούμε την διεκδικτικότητα σε ένα συνεχές, η παθητικότητα βρίσκεται στο ένα άκρο, η επιθετικότητα στο άλλο άκρο και η διεκδικητικότητα κάπου στη μέση, εξισορροπώντας τα δύο. Και όλοι γνωρίζουμε, λίγο πολύ, ότι σπάνια βγαίνει κάτι καλό με την υιοθέτηση των «άκρων».

Καταρχάς η παθητική στάση υποδηλώνει συνεχή καταπάτηση των ορίων και δικαιωμάτων μας από τρίτους και αδυναμία προστασίας και υπεράσπισης του εαυτού μας. Άτομα που είναι συνήθως παθητικά έχουν τεράστια δυσκολία στο να πουν «όχι» και θυσιάζουν τα θέλω τους ώστε να ικανοποιήσουν τα θέλω των άλλων. Άτομα παθητικά συνήθως έχουν μεγαλώσει σε ένα περιβάλλον όπου το να αρθρώσουν τα θέλω τους ήταν «απαγορευμένο» αφού ίσως να επικρατούσε η λανθασμένη αντίληψη ότι αυτό είναι εγωιστικό και αγενές. Συνήθως συναντάται σε άτομα του γυναικείου φύλου, αφού δυστυχώς ακόμα επικρατεί σε κάποιο βαθμό η νοοτροπία ότι ο γυναίκες δεν «είναι σωστό» να διεκδικούν.

Η μακροπρόθεσμη παθητική στάση κρύβει ένα άτομο με τεράστια αποθέματα θυμού που έχουν μαζευτεί και που σε κάποια στιγμή αναμφισβήτητα θα ξεχειλίσουν ή καλύτερα θα εκραγούν με δυσανάλογο ως προς την αιτία τρόπο, βλάπτοντας τις διαπροσωπικές σχέσεις του ατόμου. Ακόμα όλος αυτός ο συσσωρευμένος θυμός, μπορεί να βρει διέξοδο στην εκδήλωση ψυχοσωματικών προβλημάτων αφού η ψυχή, μην βρίσκοντας άλλη δίοδο, προσπαθεί να μιλήσει στο σώμα. Αυτά μπορεί να είναι κάτι απλό όπως πονοκέφαλος, ναυτία, δερματικά, μέχρι και σοβαρές ασθένειες του ανοσοποιητικού συστήματος.
Από την άλλη υπάρχουν τα άτομα που έμαθαν να διεκδικούν τα θέλω τους με επιθετικό τρόπο. Συχνά αυτό, έχει να κάνει με την παιδιάστικη πεποίθηση ότι «αν κάνω τον άλλο να με φοβηθεί θα πάρω αυτό που θέλω». Άτομα που αντιδρούν επιθετικά ίσως έχουν μάθει ότι δεν υπάρχει άλλος τρόπος να γίνει το δικό τους. Η στάση αυτή όμως υποδηλώνει ανωριμότητα, εγωκεντρισμό και ακαμψία και βλάπτει ανεπανόρθωτα διαπροσωπικές σχέσεις τόσο σε προσωπικό όσο και σε επαγγελματικό επίπεδο αφού το άτομο καταπατεί και δεν σέβεται τον άλλο. Επίσης η συνεχής επιθετική στάση γεμίζει τον οργανισμό με τη ορμόνη κορτιζόλη με επιζήμιες συνέπειες στον οργανισμό, όπως υψηλή αρτηριακή πίεση, οστεοπόρωση, σακχαρώδη διαβήτη, άγχος, κατάθλιψη κ.α.

Η λύση λοιπόν βρίσκεται στη μέση. Διεκδικητική στάση πάει να πει να σέβομαι τόσο τον εαυτό μου όσο και τον συνάνθρωπό μου. Πάει να πει να εκφράζω με αυτοπεποίθηση, με το σωστό τόνο φωνής και την κατάλληλη στάση σώματος τα θέλω μου, χωρίς το άγχος της απόρριψης ή της εγκατάλειψης. Η διεκδικητικότητα δεν σημαίνει να υψώνω τον τόνο της φωνής μου, αλλά να μιλώ καθαρά και δυνατά, χωρίς να μασώ τα λόγια μου και να αποπνέω αυτοπεποίθηση. Αν κάποιος θυμώσει γιατί διεκδικώ τα θέλω μου, αυτό είναι δικό του πρόβλημα και όχι δικό μου.

Όπως και η υιοθέτηση κάθε νέας συμπεριφοράς, έτσι και η διεκδικητικότητα χρειάζεται εξάσκηση. Υπάρχουν πολλές συναφή τεχνικές και ο ειδικός ψυχικής υγείας μπορεί να σε βοηθήσει σε αυτό και να σε οδηγήσει στο ταξίδι του να βρεις και πάλι την χαμένη σου φωνή ή να μειώσεις την έντασή της.

Το να «ταράζει κανείς τα νερά» κατά διαστήματα, όχι μόνο δεν είναι κακό αλλά συχνά επιβάλλεται, ώστε μια σχέση να μπορεί να εξελίσσεται και να βελτιώνεται. Αντίθετα, ο φόβος της σύγκρουσης, οδηγεί σε ανέκφραστα θέλω, παρεξηγήσεις, παρανοήσεις και στασιμότητα. Μάθε, λοιπόν, να «ταράζεις» που και που τα νερά, χωρίς να γίνεσαι όμως, επαναστάτης χωρίς αιτία.